Max Planck: ο απρόθυμος επαναστάτης και η γέννηση του quantum

Max Planck: ο απρό­θυ­μος επα­να­στά­της και η γέν­νη­ση του quantum

Μαξ Πλανκ

Περιε­χό­με­να

  1. Βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία σελ. 1
  2. Σπου­δές ακα­δη­μαϊ­κή πορεία σελ. 2
  3. Η αινιγ­μα­τι­κή Εντρο­πία σελ. 3
  4. Η ακτι­νο­βο­λία του μέλα­νος σώμα­τος σελ. 4
  5. Η «σύγκρου­ση» με τους Ναζί σελ. 5
  6. Βιβλιο­γρα­φία — Ιστο­γρα­φία σελ. 5

MAX PLANCK — Βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία


Ο Πλανκ σε νεα­ρή ηλι­κία

Αν απο­φα­σί­σει κάποιος να εξε­ρευ­νή­σει τις απαρ­χές της Κβα­ντο­μη­χα­νι­κής, είναι αδύ­να­τον να μην πέσει επά­νω σε έναν μάλ­λον ήσυ­χο και συνη­θι­σμέ­νο άνθρω­πο: τον Maximillian Karl Ernst Ludwig Planck. Εκεί­νον ακρι­βώς τον άνθρω­πο που κανείς δεν θα περί­με­νε να χρι­στεί πρω­το­πό­ρος μίας επα­να­στα­τι­κής αλλα­γής που θα άλλα­ζε την πορεία της επι­στή­μης του και της επι­στη­μο­νι­κής σκέ­ψης, γενι­κό­τε­ρα. Κι όμως, ο Planck είναι ακρι­βώς εκεί­νος ο θεω­ρη­τι­κός φυσι­κός που κατέ­χει τη μονα­δι­κή, στην ιστο­ρία της επι­στή­μης, θέση του ανθρώ­που που εισή­γα­γε για πρώ­τη φορά, το 1900, την έννοια του φωτει­νού quantum και μέσω αυτής την περί­φη­μη στα­θε­ρά που φέρει το όνο­μά του και επί της οποί­ας στη­ρί­ζε­ται όλο το κβα­ντι­κό οικο­δό­μη­μα.

Το 1885, σε μία εκδρο­μή στο κυνη­γε­τι­κό κατα­φύ­γιο του θεί­ου του, στην Ανα­το­λι­κή Πρω­σία, γνώ­ρι­σε ένα νεα­ρό σπου­δα­στή φυσι­κής, έξι χρό­νια νεό­τε­ρό του, του οποί­ου η πει­ρα­μα­τι­κή και θεω­ρη­τι­κή δου­λειά θα απο­τε­λού­σε το σημείο εκκί­νη­σης για τη σημα­ντι­κό­τε­ρη συνει­σφο­ρά του στη φυσι­κή. Ο νεα­ρός άνδρας ήταν ο Wilhelm Wien που έγι­νε και παρέ­μει­νε φίλος και συνερ­γά­της του Planck για περισ­σό­τε­ρα από σαρά­ντα χρό­νια.

Ο Max Planck Γεν­νή­θη­κε στο Κίε­λο της Γερ­μα­νί­ας στις 18 Απρι­λί­ου 1858. Ήταν το έκτο παι­δί του Julius Wiljem και της Emma Planck και από­γο­νος ευκα­τά­στα­της «πανε­πι­στη­μια­κής» οικο­γέ­νειας: ο πατέ­ρας του ήταν καθη­γη­τής νομι­κής στο Πανε­πι­στή­μιο του Κιέ­λου ενώ ο παπ­πούς καθη­γη­τής θεο­λο­γί­ας. Ήταν άνθρω­ποι τίμιοι και αφο­σιω­μέ­νοι στο καθή­κον. Ο προ­πάπ­πος του, Gottlieb Jakob Planck (1751 — 1833), μαθη­τής του Leibniz, ήταν καθη­γη­τής Θεο­λο­γί­ας για περί­που πενή­ντα χρό­νια στο Πανε­πι­στή­μιο του Göttingen. Tα ιδε­ώ­δη του του δια­φω­τι­σμού, ο ορθο­λο­γι­σμός και η ανε­κτι­κό­τη­τα, επα­να­δια­τυ­πω­μέ­να στα τέλη του 19ου αιώ­να ώστε να τοπο­θε­τούν στο κέντρο της πίστης το Θεό, εδραί­ω­σαν την στα­θε­ρή, φιλε­λεύ­θε­ρη, οικου­με­νι­κή θρη­σκεία του δισέγ­γο­νού του.

Μαξ Πλάνκ

Διά­λειμ­μα για σκέ­ψη: ο Max Planck υπήρ­ξε ενθου­σιώ­δης περι­πα­τη­τής και ορει­βά­της

O νεα­ρός Μαξι­μι­λια­νός –ή απλώς Μαξ, όπως ο ίδιος υπέ­γρα­φε– συνέ­χι­σε την ακα­δη­μαϊ­κή οικο­γε­νεια­κή παρά­δο­ση στρε­φό­με­νος όμως προς τις φυσι­κές επι­στή­μες παρά τις αντί­θε­τες συμ­βου­λές του πανε­πι­στη­μια­κού καθη­γη­τή του φυσι­κής Philipp von Jolly ότι «τίπο­τε ενδια­φέ­ρον δεν έμε­νε πλέ­ον να ανα­κα­λυ­φθεί σ’ αυτή την επι­στή­μη»! Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα το μόνο δίλημ­μα για τον νεα­ρό Planck ήταν μετα­ξύ φυσι­κής και μου­σι­κής, στην οποία φαί­νε­ται να είχε ένα ξεχω­ρι­στό χάρι­σμα. Έπαι­ζε πιά­νο, τσέ­λο και αρμό­νιο ενώ συνέ­θε­τε τρα­γού­δια και όπε­ρες. Αγα­πη­μέ­νη του συνή­θεια ήταν και η ορει­βα­σία την οποία συνέ­χι­σε ακό­μη και σε μεγά­λη ηλι­κία.

Ο Planck δεν έδει­ξε ποτέ σημά­δια ιδιο­φυ­ΐ­ας. Οι καθη­γη­τές του στο Μαξι­μι­λια­νό Γυμνά­σιο του Μονά­χου τον αξιο­λο­γού­σαν κοντά στην κορυ­φή της τάξης του αλλά δεν κατά­φε­ρε ποτέ να την κατα­κτή­σει. Είχε καλές επι­δό­σεις σε όλα τα αντι­κεί­με­να —γλώσ­σες, μαθη­μα­τι­κά, ιστο­ρία, μου­σι­κή— και ήταν εξαι­ρε­τι­κά επι­με­λής και υπά­κουος, αλλά οι καθη­γη­τές του δεν σημεί­ω­σαν κάποια εξαι­ρε­τι­κή ευφυ­ΐα ή ικα­νό­τη­τα. Εξή­ραν, ωστό­σο, την ήρε­μη δύνα­μη της προ­σω­πι­κό­τη­τάς του, την σεμνή δύνα­μη του χαρα­κτή­ρα του κρί­νο­ντας πως ήταν «δίκαια, ο αγα­πη­μέ­νος των καθη­γη­τών και των συμ­μα­θη­τών του».

Η επι­τυ­χία του στην φυσι­κή, για την οποία ο ίδιος πάντα πίστευε πως δεν είχε κάποιο ιδιαί­τε­ρο χάρι­σμα, καθώς και στις πολ­λές άλλες πνευ­μα­τι­κές και διοι­κη­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες, ήταν απο­τέ­λε­σμα της μακράς ενα­σχό­λη­σής του με το υλι­κό που δια­χει­ρι­ζό­ταν και της αργής ωρί­μαν­σης των ιδε­ών του. Δεν κυνη­γού­σε και­νο­τό­μες ιδέ­ες ούτε αντα­πο­κρι­νό­ταν σε αυτές αυθόρ­μη­τα.

…διό­τι από τη φύση μου είμαι ειρη­νι­κός και απρό­θυ­μος για αμφι­σβη­τή­σι­μες περι­πέ­τειες…

…δυστυ­χώς δεν μου έχει δοθεί η ικα­νό­τη­τα να αντι­δρώ γρή­γο­ρα στην πνευ­μα­τι­κή διέ­γερ­ση.

Συχνά εξέ­φρα­ζε την έκπλη­ξή του για την ικα­νό­τη­τα κάποιων συνα­δέλ­φων του να ασχο­λού­νται ταυ­τό­χρο­να με δια­φο­ρε­τι­κά αντι­κεί­με­να έρευ­νας. Όπως έγρα­ψε στον Arnold Sommerfeld, σύγ­χρο­νό του θεω­ρη­τι­κό φυσι­κό και φίλο:

βρί­σκω εξαι­ρε­τι­κά δύσκο­λο να αφή­σω ένα αντι­κεί­με­νο αμέ­σως μόλις έχω εργα­στεί με τον τρό­πο μου σε αυτό και να επι­στρέ­ψω αμέ­σως σε αυτό όταν παρου­σια­στεί η κατάλ­λη­λη ευκαι­ρία.

Όταν όμως κατα­κτού­σε κάτι, το κατα­λά­βαι­νε με εκεί­νη την πνευ­μα­τι­κή δύνα­μη και διαύ­γεια που, σύμ­φω­να με τον Καρ­τέ­σιο, είναι η καλύ­τε­ρη εγγύ­η­ση για την αλή­θεια των από­ψε­ών μας.

Η εμπι­στο­σύ­νη του στον εαυ­τό του και τις ιδέ­ες του αυξή­θη­κε με τους θριάμ­βους της Πρω­σί­ας στο πεδίο της μάχης και την άνο­δο της κυριαρ­χί­ας του νέου Ράιχ μετα­ξύ των ευρω­παϊ­κών κρα­τών. Μολο­νό­τι ήταν ένας μετριο­πα­θής άνθρω­πος, είχε συν­δέ­σει στε­νά την προ­σω­πι­κή και επαγ­γελ­μα­τι­κή του εξέ­λι­ξη με αυτήν της Γερ­μα­νί­ας. Η υπε­ρη­φά­νεια του Planck στην αυτο­κρα­το­ρι­κή Γερ­μα­νία και η αφο­σί­ω­σή του στο ακα­δη­μαϊ­κό ιδε­ώ­δες της ενό­τη­τας της γνώ­σης ήταν οι πυλώ­νες στους οποί­ους στή­ρι­ξε την επι­στη­μο­νι­κή του πορεία.

Χαρα­κτη­ρι­στι­κά της προ­σω­πι­κό­τη­τάς του απο­τε­λού­σαν ο σεβα­σμός στο νόμο, η εμπι­στο­σύ­νη στους καθιε­ρω­μέ­νους θεσμούς και η από­λυ­τη ειλι­κρί­νειά του. Αξιο­μνη­μό­νευ­τη είναι η σεμνό­τη­τά του σε σχέ­ση με τις αρε­τές, τη φήμη και το κύρος του. Οι σύγ­χρο­νοί του σέβο­νταν τον άνθρω­πο τόσο, όσο θαύ­μα­ζαν τον επι­στή­μο­να. Είναι χαρα­κτη­ρι­στι­κό το γεγο­νός πως κατά τη διάρ­κεια της πεντη­κο­στής επε­τεί­ου του διδα­κτο­ρι­κού του, το 1929, οι —επί σει­ρά ετών— συνά­δελ­φοί του εξή­ραν όχι μόνο την επι­στη­μο­νι­κή του δει­νό­τη­τα αλλά και την άσπι­λη καθα­ρό­τη­τα της συνεί­δη­σής του. Για τον Planck η καθα­ρή συνεί­δη­ση ήταν η μονα­δι­κή πυξί­δα που χρεια­ζό­ταν απο­τι­μώ­ντας την ως την μεγα­λύ­τε­ρη ευλο­γία που μπο­ρεί να απο­λαύ­σει ο άνθρω­πος.

Παρό­λο που αυτή η στά­ση ζωής ίσως υπο­δεί­κνυε ένα είδος πει­σμα­τι­κής ακαμ­ψί­ας στην επι­στή­μη του στη σχέ­ση του με τους ανθρώ­πους, είναι σαφές πως άλλα­ζε τις από­ψεις του, σε σημα­ντι­κά ζητή­μα­τα, αλλά όχι εύκο­λα.

Το από­φθεγ­μά μου είναι πάντο­τε αυτό: σχε­δί­α­σε προ­κα­τα­βο­λι­κά κάθε σου βήμα με προ­σο­χή, αλλά μετά, αν πιστεύ­εις πως μπο­ρείς να ανα­λά­βεις την ευθύ­νη για αυτό, μην αφή­σεις τίπο­τα να σε στα­μα­τή­σει.

Στον μαθη­τή και διά­δο­χό του Max von Laue

Όμως δεν ήταν ούτε το πεί­σμα ούτε η ακε­ραιό­τη­τά του εκεί­νες οι αρε­τές που έχρι­σαν τον Planck επι­κε­φα­λής εκπρό­σω­πο της γερ­μα­νι­κής επι­στή­μης ανά­με­σα σε δύο παγκό­σμιους πολέ­μους, παρό­λο που χρεια­ζό­ταν και τις δυο, μαζί με αρκε­τή υπο­μο­νή στις συναλ­λα­γές του με συνα­δέλ­φους και γρα­φειο­κρά­τες. Η εγχώ­ρια δύνα­μη του Planck προ­ερ­χό­ταν από τη φήμη του ως του γερ­μα­νι­κού φυσι­κού φιλό­σο­φου που είχε αλλά­ξει την πορεία της διε­θνούς επι­στή­μης.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *